BARBER TALK: Το Κουρείον της Αλεξάνδρας

Σε μια εμβληματική στοά της Ακτής Ποσειδώνος, πάνω στο λιμάνι, βρίσκεται ένα μικρό, αυθεντικό κουρείο από την δεκαετία του ’50. Εκεί, δίπλα στο καφενείο Φούρνοι Ικαρίας, συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους ναυτικούς και όχι μόνο. Η έκπληξη; Τα ηνία του κρατάει η μπαρμπέρισσα Αλεξάνδρα Μπάρλα. Και φαίνεται ότι τα πηγαίνει υπέροχα.

 

ΑΠΟ ΤΗ ΔΩΡΑ ΜΑΣΤΟΡΑ

 

Δεν έχουν περάσει δύο μήνες από την στιγμή που επισκεφτήκαμε το Καφενείο Φούρνοι Ικαρίας για να μάθουμε την ιστορία του και να νιώσουμε την θαλασσινή αύρα του. Στην ίδια στοά, ανακαλύψαμε ένα κουρείο που έχει μείνει ακέραιο από τα 50’s. Σταθήκαμε και το παρατηρήσαμε. Φαινόταν να μην έχει αλλάξει καθόλου μέσα στο χρόνο. Μικρό, λιτό και ψηλοτάβανο, με την τζαμαρία του και την παλιά ταμπέλα πάνω από την πόρτα, έδινε την εντύπωση, πως αν περίμενες λίγο, δεν θα αργούσε να γεμίσει από ναυτικούς και ανθρώπους του λιμανιού, αυθεντικούς μάγκες και ρεμπέτες, που πάντα έβρισκαν χρόνο για την φαλτσέτα και δεν άφηναν ποτέ στην τύχη του το μουστάκι.

Αποφασίσαμε να το επισκεφτούμε με την πρώτη ευκαιρία. Εξάλλου, είχαμε μάθει πως το μπαρμπέρικο είχε περάσει σε γυναικεία χέρια εδώ και χρόνια και αυτό μας είχε εξιτάρει ακόμα περισσότερο. Αν μια οποιαδήποτε μπαρμπέρισσα κάνει αγώνα για να επικρατήσει σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο, αυτή η γυναίκα που κατάφερε να κρατήσει ένα μπαρμπέρικο μέσα στο λιμάνι, θα έχει σίγουρα μαγικές ικανότητες.

Έτσι φανταστήκαμε και έτσι μάλλον ανακαλύψαμε στην πορεία.
Φτάσαμε στο μπαρμπέρικο λίγο πριν κλείσει. Η Αλεξάνδρα μας υποδέχτηκε με αμηχανία και χαμόγελο. Η αλήθεια είναι πως ταιριάζει πολύ με τον χώρο. Έχουν πολλά, κοινά χαρακτηριστικά. Και, σίγουρα, δεν υπάρχει καμιά επιτήδευση ούτε σε εκείνη, ούτε και στο Κουρείο. Θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί ότι το Κουρείον ήταν πάντα δικό τους. Αλλά αυτό δεν θα γινόταν. Η Αλεξάνδρα είναι νέα ακόμη και το Κουρείον είναι ένα κομμάτι ιστορίας που μοιραία βρέθηκε στα χέρια της.

Δεν ήταν πάντα μπαρμπέρισσα η Αλεξάνδρα. Για πολλά χρόνια, συνεργαζόταν με τα διάσημα κομμωτήρια Dino-Gino και ήταν αφιερωμένη στο γυναικείο κούρεμα και χτένισμα. Πολλές ώρες δουλειάς, πολλή δημιουργία, πολλά ταξίδια για σεμινάρια, πολλά στιγμιότυπα μιας άλλης ζωής. Δεν είναι άνθρωπος η Αλεξάνδρα που αφήνει την ζωή στην τύχη. Από την στιγμή που έφυγε από την Κόρινθο για να κάνει μεγαλύτερα και πιο σπουδαία πράγματα στην Αθήνα, έβαλε τους στόχους της και τους κυνήγησε με συνέπεια. Δεν ήθελε ούτε τα συνοικιακά κομμωτήρια, ούτε τις μέτριες καταστάσεις. Ήθελε να βουτήξει στα βαθιά, να προσπαθήσει, να μάθει, να παιδευτεί, να ζήσει.

Και τα κατάφερε. Έζησε όλη την μεγάλη και όμορφη εποχή των κομμωτηρίων, ρούφηξε όλη την γνώση, έδωσε την ψυχή της στη γυναικεία ομορφιά και κάποια στιγμή κατάλαβε πως είχε αρχίσει να κλείνει τον κύκλο της ως κομμώτρια. Ονειρευόταν κάτι απλό και ήθελε όσο τίποτα άλλο να μπορέσει να δημιουργήσει έναν μικρό χώρο μόνο για άντρες. Ήθελε να τολμήσει μια αλλαγή και να ρίξει τους ρυθμούς της. Τότε, βρέθηκε στον δρόμο της ο Νίκος Λάσκαρης. Γείτονάς της, στην γειτονιά της Αγιάς Σοφιάς, διατηρούσε επί δεκαετίες το Κουρείον της στοάς και είχε φτάσει η στιγμή για να το περάσει σε άλλα χέρια. Ο Κυρ Νίκος δεν ήθελε να κλείσει το Κουρείον του. Πρότεινε στην Αλεξάνδρα να της δώσει και να την εκπαιδεύσει τόσο στο κούρεμα όσο και στην φαλτσέτα. Η Αλεξάνδρα είπε αμέσως το ναι και έτσι άρχισε το δικό της ταξίδι.

Μαθαίνοντας τη φαλτσέτα
Ο Νίκος Λάσκαρης δεν θα άφηνε ποτέ την Αλεξάνδρα να ξεκινήσει χωρίς βοήθεια. Εξάλλου, υπήρξε ένας gentleman της εποχής και ήξερε να φροντίζει της κυρίες. Κάθισε, λοιπόν, μαζί της ένα χρόνο για να της μάθει την πελατεία αλλά και να συστήσει στην πελατεία του, τη νέα μπαρμπέρισσα. Δεν είναι εύκολοι οι άνθρωποι του λιμανιού. Δεν αγαπούν τις αλλαγές και δύσκολα θα εμπιστεύονταν τα γυναικεία χέρια. Ο Κυρ Νίκος, όμως, είχε τον τρόπο να τους πείθει. Έτσι και αλλιώς τους ήξερε όλους από την καλή και την ανάποδη. Ήξερε πώς να τους μιλήσει. Έτσι, οι πελάτες άρχισαν να μαθαίνουν την Αλεξάνδρα και να εκτιμούν το χαμόγελό της αλλά και την ικανότητά της στο ψαλίδι.

Επόμενο βήμα είχε η φαλτσέτα. Την εκπαίδευση της Αλεξάνδρας στο παραδοσιακό ξύρισμα ανέλαβε ο Κυρ Αντώνης που δούλευε χρόνια δίπλα στον Νίκο Λάσκαρη. Είχε υπομονή ο Κυρ Αντώνης αλλά χρειαζόταν και ένα πρόσωπο για να μπορεί η Αλεξάνδρα να εξασκείται, πριν αναλάβει τους πελάτες. Τελικά, βρέθηκε εθελοντής. Για έναν χρόνο, η Αλεξάνδρα ξύριζε με τον φαλτσέτα τον θυρωρό της στοάς, κάτω από το άγρυπνο και αυστηρό μάτι του Κυρ Αντώνη. Δεν άργησε να γίνει expert και έτσι δειλά-δειλά άρχισαν και οι υπόλοιποι θαμώνες του Κουρείου να εμπιστεύονται τις ικανότητες της.

Αν κρατάει κάτι την Αλεξάνδρα στην στοά, στο κουρείο και στο λιμάνι είναι η μεγάλη της αγάπη για την μπαρμπεροδουλειά. Οι εποχές έχουν αλλάξει, το λιμάνι έχει περάσει την δική του κρίση και τα σύγχρονα μπαρμπέρικα φαντάζουν πιο ελκυστικά στους νέους. Η πελατεία έχει πέσει. Οι πιστοί θαμώνες, βέβαια, παραμένουν πιστοί. Υπάρχουν κάποιοι που πλησιάζουν τα 100 χρόνια και ακόμα πηγαίνουν στην Αλεξάνδρα για τον καλλωπισμό τους. Υπάρχουν και άλλοι που δεν τους βαστάνε οι δυνάμεις τους και η Αλεξάνδρα πηγαίνει σπίτι τους για να τους φροντίσει. Ωραίες σχέσεις, αυθεντικές και σπάνιες. Όχι πως δεν υπάρχουν και νέοι πελάτες του μαγαζιού! Όσοι ανακαλύπτουν την μοναδικότητα της φαλτσέτας που γλιστράει πάνω στον αφρό και ξυρίζει βαθιά και τέλεια, δύσκολα την αποχωρίζονται. Και η Αλεξάνδρα ξέρει να προσφέρει το ιδανικό ξύρισμα.

Καθόμαστε πολλή ώρα στο Κουρείο και συζητάμε. Λέμε ιστορίες, κάνουμε εκμυστηρεύσεις. Μιλάμε για τις δυσκολίες που έχει το επάγγελμα για μια γυναίκα, για τις περίεργες συμπεριφορές που καλείται να διαχειριστεί, για τις ηλίθιες, ανήθικες προτάσεις που μπορεί να τις κάνουν κάποιοι περαστικοί, για το στομάχι που πρέπει να έχει για να αντέξει και την ικανότητα να αναγνωρίζει το καλό από το κακό, για να τα καταφέρει να μείνει όρθια στα πόδια της και να ανταπεξέλθει.

Δεν ξέρουμε πόσα χρόνια θα μπορέσει η Αλεξάνδρα να διατηρήσει το Κουρείον. Ελπίζουμε να είναι πολλά και να περάσει πολλές ακόμα στιγμές ανάμεσα στους παλιούς καθρέφτες και τις ιστορικές καρέκλες του. Σε κάθε περίπτωση, θα θέλαμε το Κουρείον να μην αλλάξει ιδιότητα και να μείνει εκεί, για όσο το δυνατόν περισσότερα χρόνια.

Φιλήσαμε την Αλεξάνδρα και φύγαμε με την υπόσχεση να ξαναγυρίσουμε να την δούμε. Καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω μας, μού ήρθε στο μυαλό μια στροφή από ένα ρεμπέτικο τραγουδάκι: «Όπου σταθώ κι όπου βρεθώ, ντερβίσινα με λένε. Μα και για τον κουτόκοσμο, τα μάτια μου δεν κλαίνε».

Ντερβίσινα και μάγκισσα η Αλεξάνδρα. Όπως πρέπει στο λιμάνι.

 

 

 

 

 

 

 

 

Written by The B.Mag