REMEMBEARD: Ο Πέτρος και ο λύκος

Τον Πέτρο Χαριζόπουλο τον γνώρισα μέσω κάποιων φίλων barmen που αγαπούν τα αποστάγματα. Whisky tester, o ίδιος, μου έδινε την εντύπωση ότι ήξερε να διαβάζει κάθε μπουκάλι που βρισκόταν πίσω από την μπάρα. Κάποιον λόγο έψαχνα για να μάθω την ιστορία του και τον βρήκα.

ΑΠΟ ΤΗ ΔΩΡΑ ΜΑΣΤΟΡΑ

 

Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και ίσως γι’ αυτό να είναι και τόσο κιμπάρης. Ζήτησα από τον Πέτρο να κάνουμε μαζί ένα ταξίδι στα χρόνια και έτσι έγινε:

Πέτρο ποιος είσαι και τι κάνεις σε αυτή την πόλη;
Γεννήθηκα Κοζάνη και μεγάλωσα Θεσσαλονίκη, όπου οι συνθήκες με έκαναν να φύγω γιατί η πόλη δεν μπορούσε να υποστηρίξει αυτό που αγαπάω να κάνω, να είμαι whisk(e)y expert και whisk(e)y taster. Άρα θα μπορούσα να πω ότι βρίσκομαι στην Αθήνα ως οικονομικός μετανάστης. Εδώ, βρήκα πρόσφορο έδαφος για να ασχοληθώ με το ουίσκι, να εξελίξω την δουλειά μου και να την απολαμβάνω όσο θέλω.

Θυμάσαι την πρώτη σου φορά στο ξύρισμα; Πώς έγινε;
Δεν θυμάμαι κάτι συναρπαστικό να έγινε. Εξάλλου, ήμουν ο τέταρτος και αρκετά μικρότερος γιος μιας οικογένειας, οπότε το ξύρισμα ήταν ρουτίνα στο σπίτι. Λογικά, ξυρίστηκα κάπου στην Γ’ Γυμνασίου. Έκτοτε, ξυριζόμουν καθημερινά για πολλά χρόνια.

Έχεις αφήσει ποτέ μούσι ή μουστάκι;
Μουστάκι άφησα μόνο στο Κόσοβο. Είμαι βετεράνος του Κοσόβου, έμεινα 14 μήνες και ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία, που με έμαθε τις αντοχές μου και με έφερε αντιμέτωπο με τα όριά μου. Θα έλεγα ότι στο Κόσοβο, γνώρισα τον εαυτό μου. Στο Κόσοβο, λοιπόν, αποφασίσαμε όσοι βρισκόμασταν στο λόχο μου, να αφήσουμε μουστάκι για να ξεχωρίζουμε από τους άλλους. Δεν με έβλεπε και κανένας άλλωστε. Όταν γύρισα, το ξύρισα αμέσως.

Έχεις μνήμες από τα παλιά κουρεία; Θυμάσαι να πηγαίνεις σε κάποιο με τον πατέρα ή τον παππού σου;
Φυσικά και έχω μνήμες. Ο πατέρας μου πήγαινε στο κουρείο του κυρ Χρήστου, στην οδό Σουρή, στον Βαρδάρη. Μετά, ακολούθησα και εγώ το παράδειγμά του. Είχε καλό χέρι ο κυρ Χρήστος. Θυμάμαι να αφήνω επίτηδες τα γένια μου να μεγαλώνουν για να πάω στο κουρείο και να απολαύσω το ξύρισμά του. Θυμάμαι, ότι είχε μια σόμπα πετρελαίου και στο μπουρί της άπλωνε πάνω τις πετσέτες για να στεγνώσουν ή να ζεσταθούν πριν τις βάλει στο πρόσωπο των πελατών του. Στον κυρ Χρήστο μαθαίναμε, επίσης, όλα τα κουτσομπολιά της γειτονιάς. Όλα τα ήξερε. Δεν είναι τυχαίο που συνεχίζαμε να πηγαίνουμε ακόμα και όταν είχαμε καταλάβει ότι ήταν Αριανός και εμείς Παοκτζήδες.

Πώς σου φαίνονται τα νέα μπαρμπέρικα;
Πιστεύω ότι τα περισσότερα είναι επιτηδευμένα και ακολουθούν την χιπστερική λογική. Γι’ αυτό και τα περισσότερα τα βλέπω με καχυποψία. Βέβαια, δεν τα τσουβαλιάζω όλα. Σε κάθε χώρο συμβαίνει να υπάρχουν «δήθεν». Προσωπικά, επιλέγω να κουρεύομαι και να ξυρίζομαι στον Άρη, ένα παλιού τύπου κουρείο που υπάρχει στην Λεωφόρο Ηρακλείου. Το βρήκα όταν ήρθα στην περιοχή και αναζητούσα ένα κουρείο. Επισκέφτηκα διάφορα αλλά κατέληξα σε αυτό και έγινα πιστός πελάτης.

Ασχολείσαι με το ουίσκι. Πώς έμπλεξες με αυτή την ιστορία;
Η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με διαφορετικά αποστάγματα ήταν το 1994 στο Βαβέλ, ένα ροκ μπαρ στην περιοχή Ντορέ της Θεσσαλονίκης, όπου ο ιδιοκτήτης ήταν παντρεμένος με μία Σκωτσέζα. Τότε, θυμάμαι ότι ο πεθερός είχε φέρει από την Σκωτία κάποια malt whisky, τα οποία και δοκίμασα. Την ίδια περίοδο, έτυχε να λανσάρει και η Diageo τα 6 classic malt, ένα από την κάθε περιοχή της Σκωτίας. Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω τις διαφορές ανάμεσα στα αποστάγματα και να ανακαλύπτω έναν καινούριο κόσμο. Το 2001, στο Κόσοβο έτυχε να γνωρίσω έναν στρατιώτη, παντρεμένος και αυτός με Σκωτζέζα, με τον οποίο αποφασίσαμε όταν γυρίσουμε πίσω να ασχοληθούμε με την εισαγωγή whisky και να φτιάξουμε ένα whisky shop, στην Θεσσαλονίκη. Έτσι, δημιουργήθηκε το vintage whisky shop, στο οποίο εισάγαμε αποστάγματα από μικρά, οικογενειακά αποστακτήρια, τα οποία ανακαλύπταμε στις επισκέψεις μας στην Σκωτία. Σιγά-σιγά αρχίσαμε να ανοίγουμε τον κύκλο εργασιών μας. Κάποια στιγμή, κατέβηκα στην Γλυφάδα και άνοιξα την κάβα All About Whisky. Ταυτόχρονα, άρχισα να διοργανώνω whisky festival με απίστευτες συμμετοχές. Την πορεία ανέκοψε η κρίση η οποία, όμως, δεν κατάφερε να περιορίσει το πάθος. Έτσι, δημιουργήθηκε το whisky forum, στο οποίο ζήσαμε την ανιδιοτέλεια στο φουλ. Δοκιμάζαμε άπειρα whisky. Ο καθένας έφερνε το δικό του και τα μοιραζόμασταν για να έχουμε ακόμη περισσότερη γνώση και εμπειρία. Εκεί δημιουργήθηκε η μαγιά και η ζύμωση για να αναπτυχθεί όλο αυτό που συνεχίστηκε και να φτάσω στο εκπαιδευτικό κομμάτι, το οποίο προσφέρει πιστοποίηση από τον whisky educator John Lamond.

Θα έβρισκες σκόπιμο να παρακολουθήσει ένα από τα σεμινάριά σου κάποιος που θέλει να προσφέρει στο μαγαζί του ουίσκι;
Ναι, πιστεύω ότι αν θέλεις να προσφέρεις whisky και να προτείνεις διαφορετικά αποστάγματα, οφείλεις να ξέρεις κάποια πράγματα παραπάνω. Οπότε, έχει νόημα να κάνεις οτιδήποτε χρειάζεται για να εμπλουτίσεις τις γνώσεις σου και να ανοίξεις τον ορίζοντά σου. Πως θα σου φαινόταν η διοργάνωση μιας γευσιγνωσίας στο χώρο του μπαρμπέρικου; Το whisky μπορεί κανείς να το απολαύσει παντού. Γιατί όχι και σε ένα μπαρμπέρικο. Αν υπάρχει ο σεβασμός που απαιτείται αλλά και το ενδιαφέρον απέναντι στο αντικείμενο, σίγουρα θα μπορούσε να γίνει κάτι ανάλογο.

Θεωρείς ότι η Αθήνα είναι ένας τόπος που τα μπαρ έχουν την αξία και τον σεβασμό που τους πρέπει;
Αυτό εξαρτάται από τα μπαρ και όχι από τον κόσμο. Τα περισσότερα μπαρ δεν εμπνέουν σεβασμό για διάφορους λόγους. Υπάρχουν και φιλότιμες προσπάθειες και μπαρ που ξεχωρίζουν. Για να συμβεί αυτό, πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχει μια αρμονία. Η κάβα να είναι ενημερωμένη, οι εργαζόμενοι γνώστες των όσων σερβίρουν και η μουσική ανάλογη του χώρου. Προσωπικά, προτιμώ τα μπαρ με λίγα κοκτέιλ και καλές ετικέτες.

Διασκεδάζει ο κόσμος σήμερα; Τι σου αρέσει καλύτερα; Το ξενύχτι ή η ήρεμη απόλαυση ενός whisky σε ένα πιο ήρεμο μέρος;
Πιστεύω ότι όποιος θέλει να διασκεδάσει θα το κάνει και θα βρει τον τρόπο του. Άλλες φορές μου αρέσει να διασκεδάζω μέχρι αργά και άλλες φορές επιδιώκω να πιω το whisky μου μόνος σε μια μπάρα. Και τα δύο μου αρέσουν το ίδιο.

 

 

 

 

Written by The B.Mag