BARBER TALK: Καφενείον Φούρνοι Ικαρία

Ανέκαθεν πίστευα ότι τα καφενεία έχουν πολλά κοινά με τα μπαρμπέρικα. Τόπος συνάντησης των αντρών, γίνονται αγαπημένα στέκια και μεγαλώνουν με τους θαμώνες τους, που τα θεωρούν κομμάτι της καρδιάς τους.

 

ΑΠO ΤΗ ΔΩΡΑ ΜAΣΤΟΡΑ

 

Τα καφενεία είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής παράδοσης. Φαίνεται να υπήρχαν πάντα και βρισκόντουσαν στην καρδιά της κάθε πόλης, του κάθε χωριού και της κάθε γειτονιάς. Στα καφενεία σύχναζαν, κατά κύριο λόγο, οι άντρες. Και στα παραδοσιακά, το ίδιο εξακολουθεί να συμβαίνει μέχρι και σήμερα. Θαμώνες τους είναι άντρες. Και η επίσκεψή τους είναι τις περισσότερες φορές καθημερινή. Δεν αισθάνονται το καφενείο σαν έξοδο ή διασκέδαση. Περισσότερο το νιώθουν σαν το σπίτι τους. Εκεί, ξέρουν ότι θα βρουν την παρέα τους, τους ανθρώπους με τους οποίους μοιράζονται τα προβλήματά τους και συζητούν την καθημερινότητά τους. Το καφενείο είναι το μέρος που ξεκουράζεται η ψυχή τους. Γι’ αυτό και δεν το εγκαταλείπουν ποτέ. Σπάνια ένας άντρας αλλάζει καφενείο, όπως σπάνια αλλάζει και μπαρμπέρη.

Ο Πειραιάς είχε πολλά καφενεία. Εξάλλου, είναι το μεγαλύτερο λιμάνι της Ελλάδας και πάντα περνούσαν καθημερινά χιλιάδες ταξιδιώτες που έψαχναν ένα μέρος για να ξαποστάσουν. Στον Πειραιά, επίσης, περνάνε ή δουλεύουν ναυτικοί. Άνθρωποι που έχουν γίνει ένα με την θάλασσα και έχουν πάρει την προσωπικότητά της. Τα παλιά καφενεία του Πειραιά ήταν φτιαγμένα γι αυτούς τους ανθρώπους και όσο παραμένουν στην θέση τους μέχρι σήμερα εξακολουθούν να έχουν την ίδια φιλοσοφία. Κατεβήκαμε, λοιπόν, στον Πειραιά για να βρούμε ένα παραδοσιακό, αυθεντικό καφενείο. Εξάλλου, ήμασταν μια ανάσα πριν τις διακοπές. Θέλαμε να δούμε το λιμάνι, να νιώσουμε την έντασή του, να δούμε θαλασσινούς ανθρώπους και να μπλεχτούμε μαζί τους. Φτάσαμε στο Ικαριώτικο Καφενείο καταμεσήμερο.

Χωμένο μέσα σε μια στοά, πάνω στην Ακτή Ποσειδώνος, είναι προστατευμένο από τη ζέστη και ιδανικό για να κάνεις ένα διάλειμμα από την τρέλα της πόλης. Ο Νίκος Τσακωνίτης ή Ικαριώτης, όπως θέλει να τον φωνάζουν, που κρατάει το καφενείο από το 1988 βρισκόταν πίσω από τον πάγκο και τηγάνιζε ψάρια. Η Φιλιώ η γυναίκα του έβαζε μεζέδες στα πιάτα. Η σκηνή που εξελισσόταν μπροστά μου θα μπορούσε να είναι ακριβώς ίδια με ένα στιγμιότυπο καφενείου τη δεκαετία του ’50. Εξάλλου, το καφενείο αυτό βρίσκεται στην στοά από το 1956 και τίποτα δε φαίνεται να έχει αλλάξει σε αυτό από τότε. Και αν έχει αλλάξει κάτι, εμείς ούτε που το ξέρουμε, ούτε που το καταλαβαίνουμε.

«Δεν θέλω να αλλάξω κάτι στο καφενείο μου και ούτε νομίζω ότι ο κόσμος που συχνάζει εδώ θα ήθελε να δει μια αλλαγή. Το αγαπούν έτσι όπως είναι και το γνωρίζουν από πάντα», μας λέει ο Νίκος και σκεφτόμαστε πως η αλήθεια είναι πως δεν έχεις κανένα λόγο να πειράξεις κάτι τόσο γνήσιο. Καφενεία που κουβαλάνε την ιστορία τόσο πολλών χρόνων και ανθρώπων, πρέπει να μένουν αναλλοίωτα. Δεν είναι μνημεία αλλά είναι κάτι σαν μνημεία και δεν θες να τα πειράξεις.

Κοιτάμε τριγύρω. Σε μια γωνιά, ένας μοναχικός τύπος απολαμβάνει τα ψάρια και τα χόρτα του. Φαίνεται εντελώς προσηλωμένος στο φαγητό του. Μόλις το ολοκληρώνει, πληρώνει και φεύγει. Λίγο μετά μπαίνει στην σάλα ένας άλλος κύριος. Κάθεται σε ένα τραπέζι κοντά στον πάγκο της κουζίνας. Παίρνει ένα τσίπουρο και περιμένει τον Νίκο για να ανταλλάξουν δυο κουβέντες. Φεύγει και αυτός γρήγορα. Στην άλλη μεριά της σάλας, κάθονται δυο νέα παιδιά και απολαμβάνουν τους μεζέδες. Στην πίσω αυλίτσα άλλοι δυο φίλοι μιλάνε μπροστά από δυο ποτήρια ούζο.

«Υπάρχουν άνθρωποι που έρχονται καθημερινά στο καφενείο. Άλλοι κάνουν διάλειμμα από την δουλειά τους και έρχονται γρήγορα για φαγητό και άλλοι έρχονται γιατί έτσι έχουν μάθει, να συναντούν εδώ τους φίλους ή τους πατριώτες τους. Το καφενείο μπορεί να λέγεται Ικαριώτικο αλλά συχνάζουν και Σαμιώτες και Φουρνιώτες», μας εξηγεί. Πιάνουμε ένα τραπεζάκι στην είσοδο και παραγγέλνουμε μικρά κουτσομουράκια. Στο διπλανό τραπέζι κάθονται δυο Σαμιώτες. Ο ένας μόλις έχει φτάσει από τον Καναδά, όπου έχει γεννηθεί και μεγαλώσει. Από το αεροδρόμιο, στο καφενείο. Για να περιμένει το καράβι, για να νιώσει λίγο Ελλάδα, για να μιλήσει με δικούς του ανθρώπους. Ο άλλος, πιστός επισκέπτης του καφενείου, φαίνεται να τους ξέρει όλους όσους μπαινοβγαίνουν. Γρήγορα μας πιάνει την κουβέντα και μας μιλάει για το καφενείο.

Ο κύριος Σταύρος Νάρης, ο Σαμιώτης με το μεγάλο χαμόγελο και την καλή καρδιά, είναι ο άνθρωπος που θα ήθελε κάθε μαγαζί να τον έχει θαμώνα. Χαιρετάει εγκάρδια όποιον μπαίνει στην σάλα, φωνάζει, γελάει και τραγουδάει δυνατά, μας λέει ιστορίες και μας κερνάει μπύρα γιατί έτσι έχει μάθει να κάνει με τους καινούριους επισκέπτες και φαίνεται πως έχει την φιλοξενία μέσα στην τσέπη του. «Έρχομαι κάθε μέρα εδώ και τους ξέρω όλους. Να, αυτός που μπήκε για λίγο είναι εφοπλιστής, έχει πόσα καράβια. Φαίνεται; Όχι, βέβαια. Απλός άνθρωπος είναι», μας λέει και συνεχίζει: «Εδώ είναι σαν το σπίτι μου. Έτσι νιώθω. Δεν μπορώ να μην έρθω. Και υπάρχουν και άλλοι πολλοί που έρχονται κάθε μέρα. Άλλοι, πάλι, ξέρουν για το καφενείο και έρχονται να φάνε πριν πάρουν το καράβι ή αφού πιάσουν το λιμάνι. Είμαστε πολλοί Σαμιώτες που μαζευόμαστε εδώ», μας εξηγεί.

Άλλη μια μεγάλη παρέα μπαίνει στο μαγαζί, τρώει γρήγορα και φεύγει. «Μην το βλέπετε έτσι άδειο το μαγαζί. Ο κορονοϊός μας δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα. Πριν την καραντίνα, η σάλα ήταν συνεχώς γεμάτη. Τώρα, φοβάται ο κόσμος. Δεν έρχεται όπως πριν», μας λέει ο Νίκος που έχει αποφασίσει ήδη να μην κλείσει το μαγαζί τις ίδιες μέρες που το έκλεινε τις άλλες χρονιές, μήπως και καταφέρει να μειώσει την χασούρα.

Λίγο πριν φύγουμε, ξαναμπαίνουμε μέσα και κοιτάμε τους ζωγραφισμένους τοίχους, τα ξύλινα καραβάκια, τις εικόνες του Αγίου Νικολάου, Προστάτη των Ναυτικών, τους παλιούς χάρτες και τα άλλα, ταπεινά διακοσμητικά στοιχεία που αν έλειπαν δεν θα ήταν ο χώρος τόσο αληθινός. Η Φιλιώ, σύζυγος του Νίκου, μαζεύει τα πράγματά της, παίρνει μερικές σακούλες ψώνια και ετοιμάζεται για το σπίτι. Ο Νίκος θα καθίσει εδώ μέχρι τις 11 το βράδυ για να κλείσει το μαγαζί. Στην παρέα του Σταύρου έρχεται ακόμα ένας φίλος. Δύο πλανόδιοί μουσικοί, γεμίζουν την στοά με νότες. «Εγώ δεν ζω γονατιστός, είμαι της Γερακίνας γιος», λένε. Κανείς δεν πρέπει να ζει γονατιστός. Κανέναν δεν αφήνουμε να πέσει. Στα παραδοσιακά καφενεία ζουν ακόμα ζωντανές η φιλία, η αλληλεγγύη και η ομόνοια.

 

Ικαριώτικο Καφενείο, Ακτή Ποσειδώνος 24, τηλ: 210 4130090

 

 

 

 

 

Written by The B.Mag