BARBER TALK: Ο Κουρέας της Κυψέλης

Βρίσκεται στην Κυψέλη παραπάνω από 50 χρόνια. Στο ίδιο σημείο, πίσω από την Δημοτική Αγορά. Από το μικρό του κουρείο έχουν περάσει πολλές γενιές και πολλά αγόρια. Κάποιοι συνεχίζουν να είναι πελάτες του και, σίγουρα, όλοι τον θυμούνται ακόμα. Δεν ξεχνιέται ο Αλέκος. Ο Αλέκος είναι μεγάλη μορφή και αυθεντικός μπαρμπέρης.

 

Από τη Δώρα Μάστορα

 

Περνούσα συχνά μπροστά από το κουρείο του. Πολλές φορές στεκόταν στην πόρτα. Μου φαινόταν παράξενος, δε μπορούσα να καταλάβω τον χαρακτήρα του. Ήθελα, όμως, πολύ να του μιλήσω γιατί του κουρείο του μου φαινόταν το πιο παλιό στην Κυψέλη. Ρώτησα, έμαθα και οι υποψίες μου επιβεβαιώθηκαν. Ο Αλέκος είναι ο παλιός στην Κυψέλη. Μια μέρα, σταμάτησα, του μίλησα και τον ρώτησα αν θέλει να μιλήσει στο περιοδικό. Μόλις μου χαμογέλασε, κατάλαβα πως είχα πέσει εντελώς έξω. Ο Αλέκος δεν είναι παράξενος, είναι ιδιαίτερος. Είναι γεμάτος ζωή, κουβαλάει μέσα του πολλές ιστορίες και έχει διάθεση να ζήσει ακόμα περισσότερες. Την επόμενη μέρα, τον επισκέφτηκα για να μιλήσουμε. Μαζί του ήταν και ο γιός του, ο μπαρμπέρης τρίτης γενιάς και διάδοχος του. Η συζήτηση πήρε αμέσως φωτιά.

Τα χρόνια που ποτέ δεν υπολογίσαμε Δεν του αρέσει του Αλέκου να μιλάει για τα χρόνια. Το θεωρεί γρουσουζιά. Δεν λέει ποτέ και για κανένα λόγο την ηλικία του. Οπότε, δυσκολεύεται να μιλήσει και για τα χρόνια που έχει το κουρείο του. Στην αρχή μου είπε ότι βρίσκεται στην Κυψέλη 40 χρόνια. Μετά, πετάχτηκε στη συζήτηση ο γιός του και είπε ότι τα χρόνια ήταν περισσότερα. Συμφώνησε στα 50 αλλά και πάλι ο γιος του, Τάκης, είπε ότι μπαρμπέρικο είναι κάποια χρόνια παραπάνω. Στην τελική, όταν μιλάμε για τόσο μεγάλα νούμερα, πέντε πάνω-πέντε κάτω δεν έχει μεγάλη σημασία. Αυτό που μας νοιάζει είναι ότι ο Αλέκος είναι από τους πιο παλιούς, ενεργούς μπαρμπέρηδες. Και θυμάται πολλές ιστορίες: «Από το κουρείο μου περάσαν πολλοί, σημαντικοί άντρες. Βιομήχανοι, ηθοποιοί, τραγουδιστές, γιατροί δικηγόροι. Αλλά όχι μόνο αυτοί. Όλη η Κυψέλη περνούσε από τις καρέκλες μου. Όλα τα παιδιά, μέχρι τα 70’s, κουρευόντουσαν από μένα. Η Κυψέλη, τότε, μαζί με την Πλατεία Βικτωρίας, το Κολωνάκι και το Παγκράτι ήταν από τις πιο καλές περιοχές. Υπήρχε κόσμος, ζωντάνια, ήταν αλλιώς. Ο κουρέας ήταν σημαντικό πρόσωπο της τοπικής κοινωνίας. Οι άντρες μαζεύονταν στο κουρείο και γινόντουσαν μεγάλες κουβέντες. Όλα τα συζητούσαν εδώ. Από πολιτικά μέχρι τα προσωπικά τους. Και, πάντα, με ρωτούσαν τη γνώμη μου. Δε μπορείς να φανταστείς τι έχω ακούσει».

 

Από τα Στύρα στην Αθήνα

Ο Αλέκος ξεκίνησε από τα Στύρα για την Αθήνα. Η διάθεσή του για μια καλύτερη ζωή, τον έφερε στην Αθήνα για να δοκιμάσει τις δυνάμεις του: «Ο πατέρας μου είχε κουρείο και ταβέρνα μαζί. Φτιάχναμε το καλύτερο κρασί. Ερχόντουσαν να κουρευτούν και έπιναν και ένα ποτηράκι. Φαγητό δεν προσφέραμε. Ερχόντουσαν όλοι για το κρασί μας. Αλλά δεν ήθελα να μείνω εκεί. Τότε, υπήρχε μεγάλη φτώχεια στα Στύρα. Έμαθα την τέχνη κοντά του και έφυγα για Αθήνα. Εκεί, αποφάσισα να μάθω και την τέχνη για τα γυναικεία μαλλιά. Τελικά, δεν την χρησιμοποίησα ποτέ και ίσως να ήταν λάθος μου. Θα τα πήγαινα πολύ καλά με τις γυναίκες και θα περνούσαν ωραία μαζί μου. Τις προσέχω και κάνω συνέχεια αστεία. Τελικά, άνοιξα αυτό το κουρείο. Και πήγε καλά. Έβγαινε το μεροκάματο».

 

Οι καλές και οι κακές εποχές

Ανοίγεται εύκολα ο Αλέκος και μιλάει για όλα. Σηκώνεται συχνά από το καναπεδάκι, μου δείχνει τις φαλτσέτες του, βγαίνει έξω στο πεζοδρόμιο και καλημερίζει τους περαστικούς. Έχει χιούμορ και κέφι. Όταν τον ρωτάω για το πώς πήγαινε το κουρείο του με τα χρόνια και γιατί δεν μπήκε στην λογική να το αλλάξει, μου λέει: «Δεν ήταν πάντα εύκολες οι εποχές. Ενώ το κουρείο είχε ξεκινήσει καλά και ο κόσμος της Κυψέλης ήταν πολύς και ευκατάστατος, ήρθε η μόδα με τα μακριά μαλλιά και τα μούσια στους άντρες. Τότε, η κίνηση στο κουρείο έπεσε αυτόματα. Κανείς δεν ερχόταν για κούρεμα. Ευτυχώς, κάποια στιγμή, η μόδα πέρασε και οι άντρες ξεκίνησαν και πάλι να κουρεύονται. Και τα πράγματα ήταν καλά, παρ’ όλο που πολλοί πήγαιναν στα κομμωτήρια. Την ζημιά την μεγάλη, την πάθαμε όταν άρχισαν να ανοίγουν διάφορα κουρεία από ανθρώπους διαφόρων εθνικοτήτων που δεν είχαν άδεια. Δεν με ενοχλεί που είναι μετανάστες. Εγώ είχα πολλούς πελάτες από άλλες χώρες. Με ενοχλεί που έχουν βρει ένα τρόπο να ανοίγουν τα κουρεία τους χωρίς άδεια, χρεώνοντας το κούρεμα σε πολύ χαμηλές τιμές. Δεν είναι δίκαιο για όσους έχουμε κάνει αγώνα να αποκτήσουμε άδεια και να επιβιώσουμε τόσα χρόνια. Θα έπρεπε το κράτος να μας προστατεύει».

Όταν δεν βρίσκεις κανέναν λόγο να αλλάξεις

Κάθισα ώρα στο κουρείο. Ο μικρός του χώρος δεν έδειχνε να έχει ανακαινιστεί εδώ και χρόνια. Στους τοίχους τριγύρω υπήρχαν παλιές φωτογραφίες και τα διπλώματα του Αλέκου και του Τάκη. Όλα καθαρά και όλα από παλιά. Τον ρώτησα για τα νέα μπαρμπέρικα της πόλης. Δεν βρήκε κανένα λόγο να συγκριθεί μαζί τους: «Δίνουν μεγάλη σημασία σε πράγματα που εγώ δεν δίνω. Είναι όμορφα, ναι. Και φαντάζομαι ότι τα παιδιά έχουν σπουδάσει την δουλειά. Αλλά, το κούρεμα μαθαίνεται εδώ στο κουρείο. Θέλει εξάσκηση. Δεν θα ήθελα ποτέ να γίνει έτσι το κουρείο μου. Μου αρέσει που είναι απλό. Έρχεται ο πελάτης, κουρεύεται γρήγορα και μετά λέμε καμιά κουβέντα. Δεν χρειάζομαι τίποτα παραπάνω. Ακόμα και τους λουτήρες που είχαμε τους βγάλαμε. Δύο-τρία πράγματα, θέλει ο Τάκης να τα φτιάξει, αλλά γενικά, το κουρείο θέλουμε να μείνει ίδιο. Έτσι μας ξέρουν οι πελάτες μας και δεν χρειάζονται τίποτα παραπάνω».

Ο Αλέκος που βρίζει

Μιλάγαμε αρκετή ώρα με τον Αλέκο. Ευγενικός και γλυκός, μου έλεγε τις ιστορίες του. Κάποια στιγμή, τελείωσε ο Τάκης ένα κούρεμα και ήρθε στην παρέα μας: «Τον πατέρα μου τον ξέρουν όλοι σαν τον Τάκη που βρίζει. Είναι πολύ αθυρόστομος και αυτό είναι γνωστό από παλιά. Φυσικά, βρίζει για να βρίζει και οι πελάτες το διασκεδάζουν αφάνταστα αυτό. Πολλοί έχουν κολλήσει στο κουρείο μόνο και μόνο για να τον ακούν να λέει τα δικά του. Δεν μασάει τα λόγια του, όποιον και να έχει απέναντί του και αυτό εκτιμάται. Ξέρουν ότι είναι πάντα αληθινός. Το πιστεύεις ότι περνάνε συχνά κάποιοι που χαιρετιούνται με τον πατέρα μου ανταλλάσσοντας βρισιές; Όλη η Κυψέλη τον ξέρει σαν τον κουρέα που βρίζει». Και ο Αλέκος προσθέτει: «Διάφοροι πολιτικοί είναι πελάτες μου και όλοι γελάνε με το στόμα μου και αυτά που λέει. Υπάρχουν άντρες που στάθηκαν στην καρέκλα μου σαν περαστικοί, άκουσαν το βρίσιμό τους όταν έγιναν πολύ απαιτητικοί και εκτίμησαν το γεγονός πως τους απάντησα ντόμπρα, γι’ αυτό και παραμένουν μέχρι σήμερα πελάτες μου. Υπάρχουν και άλλοι που έρχονται μόνο και μόνο για να με ακούσουν να βρίζω και να τους λέω τα αστεία μου».

Η ώρα περνάει με ιστορίες

Ο Αλέκος μου λέει για τις εποχές που υπήρχε στον πάγκο μόνο οι φαλτσέτες που πήγαιναν στο τροχείο, το σαπούνι σε σκόνη με το οποίο φτιάχνανε την σαπουνάδα, η Μυρτώ η κολόνια και η λεβάντα. Του λέω και εγώ δικές μου ιστορίες. Δείχνει να νοιάζεται. Αρχίζω και καταλαβαίνω γιατί τον αγαπάνε όλοι οι πελάτες του, παρόλο που δεν είναι ο πιο εύκολος άνθρωπος. Αλλά, σήμερα, που μιλάμε είναι χαρούμενος. Σηκώνεται, μου κάνει σκέρτσα, μου χορεύει, μου τραγουδάει. Δείχνει να περνάει καλά δουλεύοντας με τον γιο του: «Δεν έχουμε τσακωθεί ποτέ σοβαρά», μου λέει και ο γιος του τον κοιτάει πονηρά από δίπλα. Είναι καλά στην Κυψέλη ο Αλέκος. Έχει περάσει μια γεμάτη ζωή και αυτό φαίνεται στα μάτια του. Δεν δείχνει να θέλει τίποτα να αλλάξει από ό,τι ζει. Είναι εντάξει. Ξέρεις πόσο σημαντικό είναι να είσαι εντάξει; Πολύ. Μακάρι να πάθουμε το ίδιο.

 

 

Written by The B.Mag