SPOTTED: Use Your Brain Not Facebook

Ο Χρήστος Τζοβάρας, art director της Lifo, δύσκολα κλείνεται σε λέξεις και καλούπια. Παρ’ όλα αυτά, μας έδωσε εύκολα τον τίτλο για την συνέντευξή του μέσα από την απάντησή για το δικό του tip επιβίωσης. Τελικά, μήπως ακόμα σε περίοδο καραντίνας, έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον η ζωή έξω από τα social;

Από την Δώρα Μάστορα

Μου είχαν μιλήσει πολλοί γνωστοί και φίλοι μου για τον Χρήστο. Η αλήθεια είναι πως το παρουσιαστικό του μού φαινόταν αρκετά brutal και εξαγριωμένο. Μόλις του μίλησα, κατάλαβα πως η εικόνα του είναι ακραία παραπλανητική. Ο Χρήστος έχει χιούμορ, άποψη και καρδιά καλλιτέχνη:

Χρήστο ποιος είσαι και τι κάνεις σε αυτή την πόλη;

Eίμαι πατέρας, σχεδιαστής και αναρχοάπλυτος. Ως σχεδιαστής κάνω για αυτή την πόλη τον art director στη LiFO, (ελπίζω με επιτυχία).

 

Είχαμε πει να βρεθούμε αλλά δεν τα καταφέραμε. Πόσο επαρκής μπορεί να είναι η επικοινωνία μέσα από τις οθόνες; Πιστεύεις ότι επικοινωνούνται συναισθήματα; Φτάνει η γραφή;

Σε καμία περίπτωση δεν είναι το ίδιο. Όταν είσαι απέναντι στον άλλο τον βλέπεις να γελάει, να θυμώνει ή να απορεί. Οι εκφράσεις του καθένα ποικίλουν και σε οδηγούν σε διαφορετική προσέγγιση κάθε φορά. Στην γραπτή επικοινωνία βλέπεις μια κίτρινη στρογγυλή φατσούλα σε διάφορες γκριμάτσες που είναι η ίδια και για τον Χρήστο και για την Δώρα ή τον όποιον άλλον. Βέβαια όταν γνωρίζεις τον άλλο καλά μπορείς να «νιώσεις» και μέσω του γραπτού λόγου. Όμως ακόμα και τότε ξέρεις πολύ καλά ότι ένα κόμμα μπορεί να οδηγήσει σε παρεξήγηση. Και σε αυτή την περίπτωση πως λύνεις γρηγορότερα μια παρεξήγηση; Με ένα κατεβατό μηνυμάτων ή με μια αγκαλιά;

 

Τι σου αρέσει πιο πολύ στην πόλη που ζεις; Τι σου έχει λείψει απ’ αυτήν;

Μ’ αρέσει να κάνω βόλτες στο κέντρο και να παρατηρώ την αρχιτεκτονική της πόλης (σπάνια σηκώνουμε το κεφάλι να δούμε πόσο όμορφα κτίρια έχει η Αθήνα), να τρώω σε νόστιμα ανεπιτήδευτα ταβερνάκια και να πίνω καφέ. Είμαστε πολύ τυχεροί γιατί έχουμε πια πάρα πολλά καλά καφέ. Καλό φαγητό είχαμε πάντα, με κορυφαίο το «δυό γουλιές και δυό μπουκιές».

 

Μέχρι σήμερα, οι ταινίες που αφορούσαν πανδημίες ανήκαν στην κατηγορία της επιστημονικής φαντασίας. Πώς αισθάνεσαι ως πρωταγωνιστής σε μια ανάλογη κατάσταση; Μήπως, τελικά, η επιστημονική φαντασία δεν ήταν τόσο ανεπτυγμένη και η πραγματικότητα την καπέλωσε;

Δεν είμαι φαν του συγκεκριμένου είδους, θα προτιμούσα να είμαι πρωταγωνιστής του Greenaway. Παρ’ όλα αυτά σε αυτή την κατάσταση αισθάνομαι κομπάρσος και όχι πρωταγωνιστής. Οι πρωταγωνιστές είναι οι γιατροί, οι νοσηλευτές, οι καθαρίστριες, όλοι όσοι εργάζονται στα νοσοκομεία, τα παιδιά των σουπερμάρκετ, οι ντελιβεράδες, και όλοι αυτοί που είναι έξω για να μένουμε εμείς σπίτια μας.

Αυτή την στιγμή εξαρτιόμαστε όλοι από τους πιο κακοπληρωμένους εργαζόμενους και ουσιαστικά απαιτούμε να κάνουν άψογα την δουλειά τους γιατί χρειαζόμαστε τρόφιμα, φάρμακά ή κωλόχαρτα. Και αν και οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι ανταποκρίνονται με τον καλύτερο τρόπο, βλέπω ακόμα κόσμο να προσβάλει αισχρά κάποια κορίτσια που εργάζονται στα σούπερ μάρκετ.

Αν γύριζα πριν 20 χρόνια μια ταινία οπού στη Γη μετά την εξαφάνιση των μελισσών  έχουν καταστραφεί οι μισές καλλιέργειες, που ήδη ήταν λίγες λόγω κατασπατάλησης και υπερπληθυσμού, και είχε ξεκινήσει παγκόσμιος πόλεμος θα ήμουν προφήτης; Μα ήδη από τα τέλη του ‘90 οι επιστήμονες προειδοποιούσαν ότι μειώνεται επικίνδυνα ο πληθυσμός των μελισσών λόγω των βιομηχανικών φυτοφαρμάκων και το πρόβλημα πια είναι τεράστιο. Αυτό που πιστεύω είναι ότι πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε ταινίες για το τέλος του κόσμου και να αρχίσουμε να φροντίζουμε να μην συμβεί.

 

Είσαι άνθρωπος της τέχνης και της εικόνας. Νιώθεις την ανάγκη να δημιουργήσεις κάτι για να περάσεις το δικό σου μήνυμα σχετικά με αυτό που ζούμε;

Αν είσαι γραφίστας με πετριά σου βγαίνει αυθόρμητα να θέλεις να το κάνεις αφίσα. Και πετριά γαρ, ήταν από τα πρώτα πράγματα που έκανα με το που εντοιχιστήκαμε. ‘Εβαλα μάσκα στην Νίκη της Σαμοθράκης και γάντια στον Ποσειδώνα του Αρτεμισίου. Νομίζω είναι κάτι σαν ημερολόγιο γραφίστα.

 

Φοβάσαι;

Βέβαια φοβάμαι και από τότε που έγινα πατέρας περισσότερο. Όμως δεν κολώνω.

 

Κοίταξε έξω από το παράθυρό σου αυτή την στιγμή και πες μου έναν δίσκο ή ένα τραγούδι που θα ήθελες να ακούς σαν μουσική υπόκρουση.

Αυτή τη στιγμή ακούω το Crux των Mechanimal. Χτες άκουγα Aesop Rock και προχθές Cure και Joy Division. Tο soundtrack του covid-19 είναι πολύ διευρυμένο αλλά νομίζω ότι το πρώτο κομμάτι που έβαλα στην αρχή του εγκλεισμού ήταν το Jinx, Tuxedomoon. Μου φάνηκε το πιο κατάλληλο.

 

Ποια είναι τα δικά σου tip επιβίωσης;

Use your brain not facebook.

 

Μούσια και μαλλιά. Ήσουν πάντα έτσι; Πηγαίνεις σε κανένα μπαρμπέρικο να βάλεις σε τάξη όλο αυτή την πλουραλιστική εμφάνιση;

Για πολλά χρόνια είχα ξυρισμένο κεφάλι και κάποιου είδους μούσι, αναλόγως τα κέφια. Όμως κάποια στιγμή μας προκύψαν οι χρυσαυγίτες. Έτσι, μια μέρα μπαίνω στο μετρό για τη δουλειά και έψαχνα κενό να χωθώ. Στην πορεία της θέσης που εντόπισα ήταν ένας μετανάστης ο οποίος μόλις με είδε να πηγαίνω προς τα εκεί σήκωσε τα χέρια του στο κεφάλι να προστατευτεί. Έτσι, το γύρισα με συνοπτικές διαδικασίες και σιγά- σιγά βρέθηκα με αλογοουρά (χαχαχαχαχα). Τα μούσια δεν τα περιποιούμαι ιδιαίτερα γιατί μου αρέσει το στυλ «μόλις γύρισα από 15 μέρες ψάρεμα καβουριών στον Ατλαντικό».

 

Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θα κάνεις βγαίνοντας έξω;

Θα πάω να πιώ ένα καφέ στο Νίκο (δυο γουλιές…), θα χαζεύω τον κόσμο να περνά, να αναμιγνύεται ξανά και θα ελπίζω ότι το καινούργιο χαρμάνι θα είναι καλύτερο.

Written by The B. Magazine