MAN’S WORLD – Περιπλανώμενος θίασος

Ο Αλέκος Συσσοβίτης προτιμά να ζει παρά να κάνει σχέδια. Με μια έντονη και ανατρεπτική ζωή, που του επιφύλασσε όμορφες εκπλήξεις, απολαμβάνει την σχέση του με το θέατρο και την υποκριτική, επιλέγει τις στιγμές που είναι κοινωνικός και απομονώνεται έξυπνα, όποτε νιώθει ότι το έχει ανάγκη. Τον συναντήσαμε και μιλήσαμε μαζί του.

Από τη Δώρα Μάστορα

Ειδικός συνεργάτης Δημήτρης Δημόπουλος

 

Χειμαρρώδης, ντόμπρος και γεμάτος διάθεση να απαντήσει σε κάθε μας ερώτηση, ο Αλέκος Συσσοβίτης έχει μια ομορφιά και μια ευγένεια που ξεκινά από μέσα του και μαρτυρά την μεγάλη πορεία της ζωής του, τους πολλούς και διαφορετικούς ρόλους που έχει κληθεί να υπηρετήσει, τις πολλές και όχι πάντα λαμπερές εμπειρίες που έχτισαν την προσωπικότητα που έχει σήμερα. Χαίρεσαι να μιλάς με τον Αλέκο και όταν φεύγεις και τον αφήνεις, έχεις να σκεφτείς αυτά που σου είπε.

Αλέκο, ποιος είσαι και τί κάνεις σ αυτή την πόλη;

Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι καμιά φορά με συναντάνε στον στον δρόμο και με ρωτάνε «αλήθεια, εσύ είσαι;». Ε, ναι. Εγώ είμαι. Νομίζω, βέβαια, ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να απαντήσει κανείς ποιος είναι γιατί δεν είναι στη φύση των πραγμάτων να ορίζουμε το άγνωστο. Για εμένα είναι ωραίο να μη ξέρουμε. Ένας φίλος μου έλεγε «Αλέκο, I don’t want and I don’t need to know everything”. Οπότε μάλλον είμαι το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, όποια από αυτές τις χρονικές διαστάσεις υπάρχει. Με απλά λόγια, είμαι ο Συσσοβίτης Αλέξανδρος του Σωτηρίου και της Καλλιόπης, προέρχομαι από τη Θεσσαλονίκη, έχω καταγωγή από Κοζάνη από τη Πόντια μάνα μου και από Άρτα-Ήπειρο από τον πατέρα. Είμαι ένας Σαλονικιός που κατοικεί στην Αθήνα από το ’87, έχω σπουδάσει μηχανικός αυτοκινήτων, αλλά μεγάλωσα μέσα στις οικοδομές, τα συνεργεία, τις λαχανογορές, τα μπαρ. Με την υποκριτική ασχολήθηκα από το 1949 και μετά. Στη πόλη αυτό που κάνω, καταρχήν ευχαριστιέμαι την Αθήνα γιατί μου αρέσει πολύ η Αττική. Η Θεσσαλονίκη αν και έχει ρομαντισμό, μια γλυκιά μελαγχολία, έναν ερωτισμό, μια ντομπροσύνη και μια αυθεντικότητα, έχει υγρό κλίμα που με επηρεάζει αρνητικά.  Εδώ το κλίμα με επηρεάζει θετικά. Η Αττική έχει ένα ξηρό και φωτεινό κλίμα, το οποίο μου αρέσει. Εξάλλου, η Αθήνα είναι το κέντρο της Ελλάδας και εδώ συμβαίνουν πράγματα οπότε ένιωθα μια μεγαλύτερη έκφραση, από ότι ένιωθα στη Θεσσαλονίκη. Οι μικρές κοινωνίες πάντα έχουν ένα μικρό μάτι που σε παρακολουθεί. Εδώ ένιωθα ένας άγνωστος ανάμεσα σε αγνώστους που αυτό μου έδινε μια ατομική ελευθερία. Άνηκα σε ένα σύνολο, αλλά την ίδια στιγμή μου δινόταν και το δικαίωμα να είμαι ένας μοναχικός χαρακτήρας.

 

Η σχέση σου με την υποκριτική και κατ’επέκταση με το θέατρο ξεκίνησε τυχαία. Πιστεύεις στην τύχη;

Πιστεύω στο 50-50 των πραγμάτων. Επαναφέρω το άγνωστο σε μια θέση, δηλαδή η τύχη ή αλλιώς η μοίρα ή το πεπρωμένο θεωρώ ότι έχουν τη θέση τους στη ζωή μας γιατί μου φαίνεται πολύ κοντόφθαλμο να θεωρήσουμε ότι ο άνθρωπος κατέχει την απόλυτη γνώση. Αυτό το βλέπουμε γιατί κάθε κοινός θνητός, θα πεθάνει χωρίς να ξέρει το πότε.  Από τη στιγμή που δεν ορίζει το τέλος του, γιατί πρέπει να ορίζει την πορεία του μέσα στη ζωή; Άρα θεωρώ ότι η τύχη ναι, έχει τη θέση της και το λέω με μια ταπεινοφροσύνη και, αν θέλεις, με μια ωριμότητα. Για εμένα έχει έπαρση και εγωκεντρισμό να  θεωρεί κάποιος ότι δεν υπάρχει τύχη και ότι ελέγχει τα πάντα. Αυτά είναι του Κοέλιο και για τους αναγνώστες του, εγώ είμαι του Μπουκόφσι παιδί.

 

Τα χρόνια που ασχολήθηκες με το μόντελινγκ ήταν επικεντρωμένα στην εμφάνισή σου. Τα χρόνια που ακολούθησαν με το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση ήταν πιο πνευματικά. Πόσο εύκολο ήταν να μεταβείς από τον έναν ρόλο στον άλλο;

Επειδή έρχομαι αρκετά συχνά αντιμέτωπος με αυτή την ερώτηση, είναι αρκετά παρεξηγήσιμη η δουλειά του μοντέλου και θεωρείται άκρως επιφανειακή. Και μπορεί να είναι κιόλας λίγο ή και περισσότερο έτσι, γιατί αυτό που πουλάει είναι η εικόνα. Παρόλα αυτά, κανείς δεν μπορεί να καθίσει στον φακό εύκολα αν δεν διαθέτει εσωτερικότητα, αυτοπεποίθηση, αυτογνωσία και έναν ψυχισμό γαλήνιο, τα οποία δεν είναι και εύκολα πράγματα. Θέλουν μια παιδεία και ένα ταλέντο.. Εγώ ποτέ το modeling δεν το έβλεπα μονοδιάστατα. Έμπαινα και στην θέση του φωτογράφου, καθώς μου άρεσε πάντα το κάδρο και με έθιζε ο φωτογραφικός φακός. Και, φυσικά, όπως και στην υποκριτική, το modeling ήρθε στην ζωή μου τυχαία. Δεν το επιδίωξα με ναρκισσιστική πρόθεση. Μου προέκυψε μια πρόταση. Ήμουν μπάρμαν στη Μύκονο και ο Tierie Mugler, μέσω ενός Έλληνα φίλου στυλίστα, μου έκανε πρόταση να πάω στο Παρίσι και να περπατήσω σε μια επίδειξη. Η επίδειξη ήταν πολύ μεγάλη και ακούστηκε πάρα πολύ. Εγώ όμως μέχρι τότε τραβούσα ερασιτεχνικά φωτογραφίες και τις τύπωνα. Εφόσον προέκυψε και αφού εμένα η διάθεση μου ήταν να μελετήσω περισσότερο το κάδρο και τον φακό, δεν θεωρώ ότι ήταν κάτι τόσο επιφανειακό και μονοδιάστατο.Το διένυσα όμως αυτό το πεδίο, το περπάτησα για δυο χρόνια και το άφησα για να πάω στο επόμενο στάδιο που ήταν και πιο ουσιαστικό.

 

Είσαι συνιδιοκτήτης του Faust. Είσαι αναγνωρίσιμος κι έχεις μια ζωή που έχεις μιλήσει πολλάκις σε συνεντεύξεις. Πως έχεις διαχειριστεί αυτή την δημοσιότητα; Είσαι κοινωνικός;

Είμαι και πολύ κοινωνικός και πολύ μοναχικός άνθρωπος. Αυτό που έλεγε ο Νίτσε, ότι ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον με μοναχικές τάσεις, εγώ το αγαπάω πάρα πολύ. Νομίζω δεν είμαστε ένα πράγμα. Είμαστε συλλογικά όντα αλλά είμαστε και ατομιστικές, οπότε εγώ δεν μπορώ να αποποιηθώ την φύση μου, την αποδέχομαι και είμαι και τα δυο. Έκανα ένα bar γιατί μεγάλωσα στα bar το οποίο σημαίνει ότι εκπαιδεύτηκα να είμαι κοινωνικός από τα 15 μου, που ασχολούμουν με αυτή τη δουλειά. Μου αρέσει να διασκεδάζω τον κόσμο ή να διασκεδάζω μαζί του. Είναι ένα λειτούργημα όταν δημιουργείς έναν χώρο που φιλοξενεί 150 μουσικές βραδιές και 150 θεατρικές βραδιές, μην αφήνοντας κέρδη λες και είναι επιχορηγούμενο από το κράτος. Εμείς δίνουμε το βήμα σε νέα σχήματα να εκφραστούν, είτε στη μουσική είτε στη θεατρική σκηνή, και το κάνουμε αυτό λες και είμαστε Δον Κιχώτες ή  τρέχουν τα λεφτά από τα μπατζάκια μας. Και όλο αυτό συμβαίνει σήμερα, σε μια δύσκολη και ανταγωνιστική εποχή για τα μαγαζιά του υγειονομικού ενδιαφέροντος. Διότι παρόλο που είναι πολυχώρος τέχνης εντάσσεται σε αυτά, ζει από το μπαρ και το ποτό, αντιμετωπίζοντας πολλές δυσκολίες. Τη μοναχικότητα μου την επιδιώκω καθώς και τον ποιοτικό χρόνο με τους ανθρώπους μου. Καθημερινά, είναι πολύ δύσκολο να βρω χρόνο.

 

Συμμετέχεις σε μια παράσταση του Γιάννη Χουβαρδά με μεγάλη ένταση, δυνατό κείμενο και νοήματα. Ποιά ήταν η πρώτη αίσθηση που σου δημιουργήθηκε όταν σου ζήτησαν να πάρεις μέρος σε αυτή;

Καταρχήν ο Γιάννης ο Χουβαρδάς με έβγαλε στο θέατρο. Εγώ δεν έχω σπουδάσει, είμαι αυτοδίδακτος, δεν είχα καμία επαφή με το θέατρο. Ήμουν φοβερά σινεφίλ, έβλεπα άπειρες ταινίες και μου άρεσε η κάμερα και ο φακός. Ξαφνικά ο Γιάννης το ‘97 μού προτείνει να παίξω στο θέατρο. Έκανα δοκιμαστικό και τελικά έπαιξα το Μπελβεντέρε του Χόρβατ που είχε κάνει στο Αμόρε . Έκτοτε, δεν είχαμε ξανασυνεργαστεί. Μου έκανε τώρα την πρόταση και ήταν συγκινητικό για εμένα, μετά από 22 χρόνια να ξαναβρεθούμε. Εν λευκώ του είπα ναι, χωρίς να ξέρω τίποτα παρά μόνο το έργο. Ήξερα ότι ο Γιάννης κάνει πράγματα τα οποία είναι επιπέδου και ένιωσα μια σιγουριά. Δεν ρώτησα ούτε καν ποιος είναι ο ρόλος. Τον εμπιστεύτηκα και δικαιώθηκα. Είναι ένα έργο διαχρονικό που έχει να κάνει με τον άντρα, τη γυναίκα και την δυαδική τους σχέση, η οποία είναι ατελής και έτσι θα είναι, αλλά και συμπληρωματική ταυτόχρονα.

 

Πως σου φαίνεται που συμμετέχεις στην παράσταση, μετά από πολλά χρόνια, με την Καριοφιλιά Καραμπέτη, όπου είχατε συμπρωταγωνιστήσει στην πρώτη σου ταινία;

Ναι, με την Καριοφιλιά δεν είχαμε ξαναπαίξει μαζί στο θέατρο Είχαμε βρεθεί στην Ελεύθερη Κατάδυση, στη πρώτη ταινία που ήταν και η αφορμή της γνωριμίας μας και έκτοτε δεν είχαμε συνεργαστεί, είχαμε μόνο φιλικές σχέσεις. Έχουμε και οι δυο μικρούς ρόλους στη συγκεκριμένη θεατρική δουλειά αλλά η προσωπική επαφή είναι πάνω από όλα.

 

Η παράσταση μιλάει για τη σεξουαλικότητα και τον έρωτα στην πιο ακραία μορφή του. Τελικά όλα έχουν το τίμημά τους;

Σαφέστατα. Αν δεν πάθεις, δεν θα μάθεις. Ρομαντικοί θεωρούνταν αυτοί που ενέδιδαν στα πάθη τους. Μου αρέσει πολύ περισσότερο η τόλμη στον άνθρωπο από τη δειλία. Οι πράξεις προηγούνται της σκέψης και είναι ωραίο όταν πράττουμε να είμαστε έτοιμοι να επωμισθούμε οποιαδήποτε συνέπεια.

Πως θα χαρακτήριζες τον ρόλο της Λούλου;

Έχει ιδιαίτερα αυθεντικό, αρχετυπικό πρότυπο, είναι μια γυναίκα πραγματικά ζηλευτή και τολμάει να είναι αληθινή. Ανέκαθεν η αλήθεια πλήγωνε γιατί η κάθε αλήθεια είναι διαφορετική από τη δική μας αλήθεια, δηλαδή από την δική μας φαντασία. Οπότε, αν έχουμε κάποιον απέναντι μας που δεν συμπεριφέρεται όπως εμείς τον φανταζόμαστε, δεν μας πολυαρέσει. Η συγκεκριμένη είναι πάρα πολύ αυθεντική και αυτό που νιώθει, αυτό που κάνει. Δεν είναι το αγγελούδι της παρέας, είναι ο Άγγελος εξολοθρευτής. Θα χρησιμοποιήσει τον δόλο και την πονηριά, αλλά παράλληλα κουβαλάει τόσο έντονα όλα τα γυναικεία χαρακτηριστικά, αρεστά ή όχι, αποδεκτά ή μη, που νομίζω αυτό την κάνει πολύ ενδιαφέρουσα, ελκυστική, απωθητική και αν μη τι άλλο καθαρή σε αυτό που αντιπροσωπεύει. Ο άνθρωπος δεν είναι συν-πλην, είναι και τα δυο μαζί.

 

Έχει το κείμενο επαφή και σχέση με τη σύγχρονη πραγματικότητα; Θεωρείς ότι οι άντρες εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τις γυναίκες;

Νομίζω ότι σε μικρότερο βαθμό από ότι παλιότερα, αλλά δεν νομίζω ότι είναι μονοδιάστατη η σχέση, ποτέ δεν ήταν. Έχει μεγάλη δύναμη η γυναίκα. Νομίζω ότι η Ελλάδα παρόλο που θεωρείται πατριαρχική είναι κατά βάση μητριαρχική κοινωνία. Η γυναίκα  έχει τον τρόπο και ελέγχει τον άντρα, οπότε ο φεμινισμός διανύει μια πολύ ισχυρή περίοδο. Επίσης, πιστεύω ότι η γυναίκα έχει ανεξαρτητοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που έχει χάσει τον ρόλο της, έχει αυτονομηθεί, κάνει τη δική της ζωή, δεν ανέχεται καταπίεση και για αυτό είναι και πιο μόνη. Έχουν προκύψει πολλά συμπλέγματα σαν αποτέλεσμα αυτών.

 

Πολλοί πιστεύουν ότι ο έρωτας βιώνεται καλύτερα στην απόλυτη ελευθερία του. Κατά πόσο είναι εφικτό αυτό; Υπάρχει σχέση χωρίς όρια; Μπορούν οι άνθρωποι να ανταποκριθούν σ’αυτό;

Ο έρωτας είναι νόσος, είναι τελείως κτητική υπόθεση, μπαίνει ένα σαράκι μέσα σου και πραγματικά νοσείς και δεν μπορείς να ζήσεις αν δεν επικρατήσεις του άλλου. Όταν είσαι εσύ ερωτευμένος είσαι ταυτόχρονα και βαθιά ανασφαλής, γιατί φοβάσαι ότι ο άλλος θα σε κρεμάσει ή θα σε απατήσει. Η απόλυτη ελευθερία δεν υφίσταται ούτε στον έρωτα. Ο έρωτας κατά τον Σοπενάουερ είναι το όχημα και το μέσο της αναπαραγωγής του ανθρώπου. Στην απόλυτη ελευθερία δεν θα μπορούσε να συμβεί αυτό. Αν είσαι εσύ απόλυτα ελεύθερη και εγώ απόλυτα ελεύθερος, πως θα αναπαραχθούμε; Εφόσον η φύση μας, μας έχει κάνει υποτακτικούς απέναντι στον έρωτα δεν νομίζω ότι είναι εύκολο να έχουμε απόλυτη ελευθερία. Επίσης, δεν υπάρχει σχέση χωρίς δέσμευση, αλλιώς δεν θα λεγόταν σχέση. Αυτές είναι πιο πλατωνικές θέσεις τις οποίες εγώ υπηρετώ αλλά δεν σημαίνει ότι εγώ είμαι αποτελεσματικός ως τις σχέσεις, τη δέσμευση και τον έρωτα.

Εσύ δηλαδή πιστεύεις στην απόλυτη ελευθερία στις σχέσεις;

Εγώ δεν είμαι φαν του απόλυτου. Δεν νομίζω ότι υφίσταται η έννοια του απόλυτου. Είμαστε κοινοί θνητοί, άρα δεν μπορώ να συσχετίσω την θνητότητα μας με το απόλυτο. Το μόνο απόλυτο για εμένα είναι ο θάνατος και η γέννηση. Η ζωή σαν ταξίδι δεν έχει μαύρο-άσπρο, έχει πολλά χρώματα. Απόλυτη ελευθερία τι σημαίνει; Αυτό που φαντάζεσαι να υλοποιείται. Αυτό δεν είναι εφικτό. Αν η φαντασία μου είναι αντίθετη με αυτή των υπολοίπων, οι άλλοι θα υποχρεωθούν να μου κάνουν το χατίρι; Χωρίς αυτό να έχει κάποιον αντίκτυπο; Θα υπήρχε ποτέ περίπτωση να είναι όλοι όπως τους θέλω εγώ, άρα όποτε εγώ επικαλούμαι την ελευθερία μου, να είναι σούζα όλοι οι άλλοι; Στη πράξη αυτά δε γίνονται.

 

Πως θέλεις να συνεχίσεις τη ζωή σου; Έχεις κάποιο πλάνο ή το αφήνεις να σε πάει;

Επειδή έχω ζήσει από μικρός θέματα υγείας άλλων ανθρώπων, είδα ότι όσο και να προγραμματίζεις ένα μέλλον ο από πάνω κατασκευαστής κάνει ότι θέλει. Από μικρός αφηνόμουν και έλεγα ότι δεν θέλω να κάνω μεγάλα σχέδια. Παρόλα αυτά μεγαλώνοντας πρέπει να κάνεις έναν προγραμματισμό. Όνειρο μου είναι να συνεχίσω με το θέατρο στο βαθμό που αυτό έχει μια βιοποριστικότητα. Αν δεν μπορώ θα αναγκαστώ να κάνω κι άλλα πράγματα. To Faust δεν ήταν μια επιλογή επειδή ξύπναγα και το έβλεπα στον ύπνο μου, το έκανα γιατί δεν είχα άλλη επιλογή. Έπρεπε να βρίσκω χρήματα για να ζω και επειδή δεν ήθελα να κάνω ένα σκέτο μπαρ, έκανα ένα bar theatre και έναν χώρο τέχνης. Με ενδιαφέρουν οι τέχνες όσο μπορώ να επιβιώσω. Με ενδιαφέρουν πολύ τα ταξίδια τα οποία έχω στερηθεί εδώ και μια δεκαετία και θα ήθελα να μπω ξανά σε μια διαδικασία και να τα κάνω, αλλά δεν είναι πάρα πολύ εύκολο γιατί είμαστε δέσμιοι της καθημερινότητας μας. Δεν έχω μεγάλα όνειρα για οικογένειες και παιδιά, αλλά αν αυτά έρθουν από μόνα τους, ας έρθουν. Δεν προγραμματίζω ως προς αυτό.

 

Θα έφευγες από την Αθήνα;

Όσο είναι τα πράγματα έτσι όπως έχουν, όχι. Αν θα έφευγα θα ήθελα να πάω στη φύση, αλλά δεν ξέρω πόσο θα αντέξω και εκεί. Δηλαδή στα βουνά και στα νησιά που λατρεύω τι θα κάνω και αν θα με πιάσει η βαρεμάρα; Όσο είμαι εμπλεκόμενος σε αυτά που κάνω, μου αρέσουν οι πόλεις. Εύκολα δεν θα έφευγα. Αλλά είμαι προσαρμοστικός χαρακτήρας και αν ερχόταν το πάνω κάτω, θα μπορούσα να φύγω.

 

INFO

LULU” Από 6 Νοεμβρίου στο Θέατρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης

Written by The B.Mag