REMEMBEARD: Ήμουν εκεί και σε έβλεπα στο τζάμι

Σε αυτή την στήλη συνήθως κάποιος θυμάται τον εαυτό του να ξυρίζεται για πρώτη φορά. Αυτή την φορά, τα πράγματα έγιναν αλλιώς για να έχετε περισσότερες ιστορίες να διαβάσετε το καλοκαίρι.

Φωτογραφία & Κείμενο από την Δώρα Μάστορα

Φωτογραφία από το Μουσείο Της Αθωότητας, την ζωντανή απεικόνιση του ομώνυμου βιβλίου του Νομπελίστα Ορχάν Παμούκ. Ένα μουσείο που σε κάνει θυμάσαι, να ταξιδεύεις και να ανακαλύπτεις τις στιγμές που έζησες και ήσουν ευτυχισμένος αλλά τότε δεν το είχες καν καταλάβει.

«Θυμάμαι πολλά από εσένα. Εξάλλου, κάναμε πολλά μαζί. Μου μάθαινες να κολυμπάω, να κάνω ποδήλατο, να σχεδιάζω πρόσωπα στο χαρτί, να ξεχωρίζω τα λουλούδια και να τρώω τις ακρούλες από τα φύλλα της φρέσκιας αγκινάρας. Υπήρχαν, όμως, πράγματα που έκανες μόνος σου και μου άρεσε να σε κοιτάω. Σε ακολουθούσα σε κάθε βήμα, σα να ήμουν η ουρά σου. Όταν, λοιπόν, έμπαινες στο μπάνιο να ξυριστείς, έπαιρνα θέση δίπλα σου. Το κεφάλι μου ίσα που έφτανε το νιπτήρα. Σηκωνόμουν στις μύτες για να βλέπω καλύτερα και με προσήλωση σε παρακολουθούσα. Σε έβλεπα να βγάζεις από το ντουλαπάκι ένα κύπελο ταλαιπωρημένο και δίπλα του να αφήνεις το ξυράφι και το πινέλο. Παρακολουθούσα το χέρι σου να γυρίζει την βρύση και να περιμένει να ζεστάνει το νερό. Μόλις, σου άρεσε η θερμοκρασία, γέμισες το κύπελο, βούταγες το πινέλο και μετά το στριφογύριζες πάνω στο σαπούνι για να κάνει σαπουνάδα. Οι κινήσεις σου ήταν γρήγορες και κοφτές. Δεν ήσουν απ’ αυτούς που αφιέρωναν χρόνο στην φροντίδα του. Έδινες την εντύπωση ότι βιαζόσουν πάντα. Μετά, σε έβλεπα να βάζεις σαπουνάδα σε όλο το πρόσωπό σου. Όταν θυμόσουν ότι υπήρχα δίπλα σου και είχες και κέφια, έπαιρνες το πινέλο και γέμιζες σαπουνάδα την μύτη μου. Γελάγαμε. Ήξερα ότι ήθελες πάντα να έχεις ένα γιο αλλά με είχες συνηθίσει σαν δεύτερη κόρη. Ξυριζόσουν κόντρα και βαθιά. Πέρναγες μια-μια τις περιοχές του προσώπου και πρόσεχες πολύ κάτω από τη μύτη. Συνήθως, κοβόσουν στο λαιμό αλλά δεν φοβόσουν. Έπλενες το πρόσωπο σου με άφθονο νερό και έβαζες πάνω στη πληγή με την οκά το άφτερ σέιβ. Μετά, έσκυβες και φίλαγα το μάγουλό σου. Όταν, πια, ήσουν μεγάλος και δε μπορούσες να ξυριστείς μόνο σου, θυμάμαι τη μάνα να σε ξυρίζει. Εγώ, δεν το προσπάθησα ποτέ. Ήθελα να είμαι πάντα και μόνο αυτή που φιλάει το μάγουλό σου».

Το μυθιστόρημα «Το Μουσείο της Αθωότητας» γεννήθηκε όταν ο Παμούκ σχεδίαζε να φτιάξει ένα παλαιοπωλείο συλλέγοντας διάφορα αντικείμενα από τα ταξίδια του. Τελικά, δεν άνοιξε το παλαιοπωλείο γιατί αποφάσισε να διηγηθεί την ζωή ενός ανθρώπου μέσα από τα αντικείμενα που χρησιμοποιεί καθημερινά.

Written by The B. Magazine